Biftekoupolis

Ένα βήμα μπροστά – Επεισόδιο #2 – Όνειρο

Posted in thoughts by trelobifteki on Ιουνίου 30, 2010

Συνηθίζω μετά από έξοδο να περπατώ λίγο στους δρόμους και να χαζεύω τους περαστικούς και τις περιοχές.

Όμως ήτανε αρκετά αργά και εγώ όχι τόσο νηφάλιος. Κατηφόρισα έναν μακρύ κατηφορικό δρόμο με ένα στρατόπεδο στο δεξί μου χέρι. Ο δρόμος άδειος από αυτοκίνητα και σκοτεινός. Περνώντας απέξω από το στρατόπεδο άκουγα φωνές και συνθήματα, σαν να ήμουνα σε γήπεδο.  Κοντοστάθηκα. Καθώς περνούσα παρατήρησα κοιτώνες σαν ψηλές γκρίζες πολυκατοικίες και απέξω να πίνουνε και να γλεντάνε φαντάροι. Πετούσανε χαρτιά υγείας στον αέρα, κρατούσανε πλαστικά μπουκάλια με ρετσίνες και κρασιά και γλεντούσανε αγκαλιασμένοι. Χαρά, πραγματική χαρά.

«Φέρτε επιτέλους το χαρτί να τρελαθούμε και τις κόρες σας [κάπου εκεί το κλείνω]»

Κάτι τέτοιο φώναζα και εγώ κάποτε, τότε που ήμουνα και γω φαντάρος. 3 χρόνια θητείας σου αποτυπώνουν μία  βαθιά χακί γραμμή στο είναι σου. Αλλάζεις, αναπόφευκτα για πάντα.

Θυμήθηκα εκείνη την τελευταία σκοπιά μου. Είχα πιει και με είχε πάρει ο ύπνος στην βάρδια, ξύπνησα και έβλεπα μικρές κοπελίτσες να μοιρολογάνε στην Πύλη και 18χρονα μαλακισμένα να μπαίνουνε με πολιτικά. Ψάρακλες. Χαίρομαι με τον νεό νόμο που επιβάλλει την θητεία στα 18. Θα δούνε και θα πάθουνε για να τους συμμαζέψουνε… Καλύτερα! Θα έχει ενδιαφέρον έτσι.

Θυμάμαι είχαμε εκλογές κοντά εκείνες τις μέρες, είχανε έρθει το κόμμα των Αριστερών και Φιλελεύθερων στην βάση μας για διάλογο. Και όντως, έγινε διάλογος, πραγματικός διάλογος. Θυμάμαι όλοι συζητήσαμε για διάφορα θέματα, όμως αποφασίσουμε να βγάλουμε τις πιπίλες από τα στόματά μας και προσπαθήσαμε να λύσουμε προβλήματα με ιδέες σε πράξεις. Φαινόμενο εξωτικό στην πολιτική δράση.

Όμως, πού είχα μείνει; Πολλές φορές τέτοιες αναμνήσεις με αποσυντονίζουν.

Κατεβαίνω και περνάω από οροσειρές καφέ  πολυκατοικιών και βρίσκω μία στάση λεωφορείου. Κοιτάω αριστερά και βλέπω ένα φλιπεράδικο ανοιχτό. Είναι 5 η ώρα και έχει ακόμα κόσμο. Κίτρινες αποχρώσεις τριγύρω και μυρωδιές από τσιγάρο και μούχλα. Εκεί ένα τραβέλι κάθεται και περιμένει. Σε άλλες περιπτώσεις, θα απέφευγα να κάτσω σε αυτό το σημείο, όμως ήμουνα οσο μεθυσμένος πρέπει να είσαι για να αποδέχεσαι όλον τον κόσμο. Έκατσα χωρίς να του μιλήσω. Τελικά μου μίλησε πρώτα εκείνος.

Συνήθως δεν συνηθίζουν να μου μιλάνε πρώτα άλλοι άνθρωποι. Ή δεν μετράω αυτές τις περιπτώσεις… Τι να πω.

Μου φλυαρούσε για κάτι σχετικό με τον Παναθηναϊκό. Όπως κάθε φορά, ακούω χωρίς να απαντάω. Λέω «Δεν ασχολούμαι με αυτά». Απορεί και γελάει… Ξημερώνει και παίρνω το πρώτο λεωφορείο που έρχεται.

Κάθε φορά που ξυπνάω από ένα τέτοιο όνειρο, βλέπω καθαρά τί λείπει και μου εξηγεί απλά: Επικοινωνία.

Advertisements

Ευτυχία

Posted in Εμπειρίες, thoughts by trelobifteki on Ιουνίου 7, 2010

Πρόλογος:

ξεχάστε το άθλιο τραγούδι της Μόνικας, με τους στίχους από μαθητές δημοτικού της τρίτης τάξης των Αγγλικών. Σημασιολογικά, ταιριάζει με το άθλιο κείμενο παρακάτω και θέλω να μισώ πράγματα.

Ωραία παραγωγή πάντως

Κυρίως πιάτο:

«ΤΡΕΧΑ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΜΑΝΑΡΑ ΣΟΥ! «

Την συγκεκριμένη δεύτερη πρόταση την ακούω πολύ συχνά από τον Πάνο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, δυστυχώς είχε και δίκιο.

Ντύνομαι όσο πιο γρήγορα γίνεται, μαζεύω την βαλίτσα έχοντας μία αμυδρή υποψία ότι κάτι  θα έχω ξεχάσει πάλι. Κορνάρισμα. Ψάχνω τα παπούτσια και για κάποιο λόγο μπαίνω στην ιδέα να βάλω διαφορετικά. Μαλακεία. Βάζω τα ίδια και βγαίνω.

Τι σκατά έγινε; Σπάνια με παίρνει ο ύπνος και σηκώνομαι σχετικά εύκολα.

«Γαμώ την σαπιομούνα την μάνα σου». Ο Πάνος: συνηθίζει να βρίσκει πάτημα σε ό,τι με ενοχλεί. Στην συγκεκριμένη μέρα, ίσως η μάνα μου να πήρε ολόκληρη παρέλαση τάγματος. Ανταπαντάω με την ίδια ευχάριστη διάθεση (νεύρα, η οικογένεια μες στην ανωμαλάρα. Βριζόμασταν όλοι μαζί σε όλο το ταξίδι. Γελάγαμε στα ηλίθια και εύστοχα.

«Ο πατέρας σου φτιάχνει δαχτυλίδια, και έχει στον κώλο του τα δικά μου @@». Μην με ρωτήσεις γιατί το συγκράτησα αυτό.

Πήρα έναν καφέ από ένα βενζινάδικο. Ίσως είναι αισχρός ο καφές, αλλά είμαι χειρότερος εγώ σε οτιδήποτε αφορά τις γεύσεις…

Φτάνεις στην Πάτρα και ψάχνεις στις καφετέριες το μέρος που θα βρεθείς με τον ντόπιο φίλο. Το κινητό στο χέρι και σου λέει ότι κάτι έτυχε και δεν μπορεί τώρα. Δεν πειράζει, κάθεστε σε μία με τους φίλους και τα λέτε. Κλασσική ρητορική ερώτηση: «Τι θα κάνουμε τώρα;». Πλήρης άγνοια απ’ όλους. Περιφερόμαστε με τίποτα και πλάθουμε διασκέδαση από το πουθενά. Σκέφτηκα πόσο θα μπορούσα να βαρίεμαι μικρός, που δεν είχα τίποτα, και πόσο θα μπορούσα να διασκεδάσω τώρα, που έχω τα πάντα. Αλλά τώρα βαριέμαι. Μεγάλωσα;

Με εκνευρίζει όταν πιστεύω ότι βαριέμαι την συγκεκριμένη στιγμή αλλά μετά ανακαλώ τις μέρες αυτές και τις νοσταλγώ. Είμαι λίγο βλακάκος, ε; Σε τσάντισα, αλλά το ευχαριστήθηκαμε

Βόλτες με τα πόδια, βόλτες με το αμάξι.Χαζοτράγουδα και στιχάκια που βρίζουν τον αδερφό της φίλης της Ρενάτας χωρίς λόγο. Πολλές φορές θέλω να κοντράρω την ιδέα ότι η ζωή μου μοιάζει με κουκίδες από στάσεις του μετρό. Δυσκολεύομαι πάντα να θυμηθώ πράγματα ενδιάμεσα από «σταθμούς» της ζωή μου. Με τρομάζει ιδιαίτερα αυτό, διότι πάντα αντιμετωπίζω το ένα και μοναδικό πρόβλημα: Πως αξιοποίησες τον χρόνο σου;

Βόλτες στα μαγαζιά της περιοχής. Γυρνάμε άσκοπα στα μαγαζιά. Μπαίνουμε από δω και απο κει. Άσκοπη κατανάλωση. Ξεχασα το κινητό μου και γυρνάω στο δωμάτιο. Έρχεται μαζί μου και ο Στάθης. Παίρνει από ένα μπουκάλι βότκα, την οποία ποτέ δεν συμπάθησα αλλά έπινα παλιά λόγω πλήρης άγνοιας προτιμήσεων. Φτάσαμε εκείνη την καμπή της βότκας, που πηγαίνει κατά μήκος της θάλασσας με την ηλικία των 21. Πηδούσαμε από στρώμα σε στρώμα ακούγωντας red hot chili peppers. Σίγουρα θυμάσαι και επιτέλους βρήκες το θάρρος να το ξανακάνεις.

Αα! Βρέθηκε άλλος γνωστός στην Πάτρα. Μαθαίνεις αναπάντεχα νέα και για ανθρώπους περίεργους με φουσκωμένα μυαλά, βυζιά και πουλιά. Ανεξέλεγκτες και απόμακρες καταστάσεις που μπορείς να ακούσεις με τρομερή ευχαρίστηση. «Μη σου τύχει ρε φίλε!». Βαρετό!

Γυρνώντας από το μεζεδοπωλείο, ή όπως λεγότανε, θυμήθηκα την Ελένη από το περασμένο καλοκαίρι. Την γνώρισες σε μία «έκρηξη» να μιλήσεις σε τυχαία κοπέλα στο μπαρ. Για λόγο που ποτέ δεν κατάλαβες, δεν αντέδρασε αρνητικα! Ποτέ δεν ζήτησες το τηλέφωνό της. Δειλέ! Τώρα τραγουδάς «Αν θυμηθείς το όνειρο μου» πιωμένος, ξαπλωμένος στους δρόμους. Οι φίλοι από πάνω σου φαίνονται θολοί και κάπου εκεί μακριά. Οι αμέτρητες απιθανότητες συνομωτούν για να σου δείξουν το ένα σίγουρο. Χαμογέλα!

Ααα! Νάτος και ο άλλος που έψαχνα το πρωί.

Τι ζητάει ο μπάτσος; Τελικά ξέχασα την ταυτότητα.

Δεν με νοιάζει τίποτα πια, είμαστε πλήρεις. Ευτυχία….

Ξύπνησες. Είναι Κυριακή πρωί, γύρω στις 9. Ντύνομαι και πάω στην δουλειά. Ό,τι πρέπει να γίνει, θα γίνει.