Biftekoupolis

Η απόκλιση

Posted in Εμπειρίες, Σκέψεις by trelobifteki on Ιανουαρίου 5, 2012

Πίνω ένα άθλιο φραπέ σε μία καντίνα – τροχόσπιτο πάνω στην παραλία, από εκείνους που τους δίνουν σε άθλιο πλαστικό ποτήρι και με χλιαρό νερό. Βρωμοκοπάω. Ολόκληρος λουσμένος στον ιδρώτα, στα αλάτια και σε μυρωδιές από τσιγάρο. Άπλυτος/ άλουστος για μέρες, με ξεθωριασμένο μαγιό και με τσαλακωμένη μπλούζα από αυτές που είναι από δεύτερο χέρι χαρισμένο από καμιά θειά μου. Τσιμπάει κιόλας η πουτάνα και με εκενυρίζει. Ακριβώς όπως και η όψη μου, με τσιμπάει.

Σουρουπώνει και το γουστάρω απίστευτα. Είναι εκείνα τα λίγα λεπτά μεταξύ ημέρας – βράδυ τα καλοκαίρια που έχει μεν λίγο ήλιο, αλλά δεν μπορείς να διακρίνεις τους ανθρώπους σε απόσταση λίγων μέτρων. Μονάχα σαν παρουσίες ή σαν σκιές. Τόσο πρέπει.

Ανάβω ακόμα ένα για τον καφέ και τότε συνειδητοποιώ ότι βρίσκομαι σε τέλεια αρμονία με το μικρόκοσμό μου. Κανείς δεν με λογαριάζει και δεν λογαριάζω κανέναν. Αδυνατώ να αναλύσω άλλους ανθρώπους και αυτοί εμένα. Απλά συνυπάρχουμε και χαζεύω στο ορίζοντα που απλώνεται και σβήνει μπροστά μας.

– «Μου το υποσχέθηκες!»

Γυρνάω το βλέμα μου και ξαφνικά βλέπω μία γριούλα να με καρφώνει με τα μάτια της και με θλιμμένο ύφος.

Ξαφνικά άστραψαν οι σκέψεις.

ΓΑΜΩ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΜΟΥ! ΕΙΝΑΙ Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ!!!

Δεν έχει την ίδια όψη αλλά το ΞΕΡΩ, είναι αυτή!!!!

Ο κόσμος μου γκρεμίζεται συθέμελα. Σαν να έγινε σεισμός, προτείνω τα χέρια μου σαν να θέλω να πιαστώ. Τα πρώτα συναισθήματα που με κυριαρχούν είναι βαθιά έλλειψη και πικρή ντροπή.

Μέσα μου υπάρχουνε πράξεις του παρελθόντος που προσπαθώ να θάψω. Πάντα, ανέρχονται στην επιφάνεια και σε κάθε σύγκρουση αποτυγχάνω. Μετά, τις κρύβω πάλι κάτω από τον καναπέ.

– «Γιατί δεν τήρησες τον λόγο σου;»

Οι σκέψεις μου βροντοφωνάζουν:

-«Πόσο μου λείπεις»

-«Πραγματικά, πίσω  από σένα αντικατοπτρίζεται ο Θεός μου που τόσο αποφεύγω»

-«Οι Έλληνες είναι καταδικασμένοι να δυστυχούν μπροστά στα «θέλω» της οικογένειας»

-«Σηματοδοτείς τόσες ευτυχισμένες εποχές. Σε λατρεύω και θα κανα τα πάντα για σένα»

-«Θέλω να σε δω»

-«Φοβάμαι να σε αντικρύσω. Πάντα φοβάμαι ότι ξέρεις πούστη μου, ΞΕΡΕΙΣ»

Το μόνο που μπορώ να πω προσπαθώντας να μην συγκινηθώ, λίγο μάταια:

«Συγγνώμη»

Συγγνώμη που δεν μπόρεσα να εκπληρώσω την επιθυμία σου ακόμα και με θλίβει  που καθημερινά πέφτω στα μάτια σου. Δεν ζητώ να με καταλάβεις ούτε περίμενα παρηγοριά.  Ένα να ξέρεις, η έλλειψή σου μονάχα είναι χαρακιά στο χέρι που αδυνατώ να κρύψω και δακρύζω σαν σε σκέφτομαι. Κάθε φορά.

Έρχονται οι δικοί της άνθρωποι. Μου ζητούν και αυτοί συγγνώμη για τη μαμά τους που έχει γεροντική άνοια και την παίρνουν μακρυά από μένα. Εγώ ακόμα παραμένω άφωνος και μαρμαρωμένος.

Ξεμακραίνει και αρχίζω να επανέρχομαι στην πραγματικότητα μου και στην απουσία σου. Βλέπω την σκουριασμένη, λερωμένη χέστρα δίπλα μου και ξέρω τι πρέπει να κάνω. Με τη σκέψη αλλού, αρπάζω την χέστρα και την σέρνω στον δρόμο για το συνεργείο. Συνεχίζω να αποφεύγω τις σκέψεις μου και τα μάτια των ανθρώπων.

Advertisements

Ο Δέσμιος Πολίτης

Posted in Εμπειρίες, Σκέψεις by trelobifteki on Δεκέμβριος 18, 2011

(Άσχετο, αλλά μου έχει κολλήσει τρομερά το τραγούδι αυτό)

Έχω μπόλικες αναμνήσεις από την Ελλάδα. Όλες εκείνες τις βραδιές στη θάλασσα, οι φίλοι, οι διακοπές. Όμως πάντα μέσα μου με έτρωγε η απορία να γνωρίσω κι άλλα μέρη. Τώρα που είμαι νέος ακόμα και έχω τη ανοησία, καθώς και την αφέλεια. Ισχυροί καταλύτες τις μαλακείας που σε οδηγούν σε βλακώδη λάθη. «Όσο έχω τις τρίχες πάνω στο κεφάλι μου». Όμως, αγαπούσα αυτά που είχα εδωπέρα. Τα ζύγιαζα μέσα μου και κατέληγα ότι είμαι ικανοποιημένος εδώ. Όχι πανευτυχής, ικανοποιημένος.

Όμως τα πράγματα αλλάξανε. Τα αδιάκοπα γλέντια των υπουργών και τα ρουσφέτια, τα  ανώφελα έξοδα στο δημόσιο ήδη καθόντουσαν στην πλάτη μου και είχα μουδιάσει.  Η κατάσταση επιδεινώνεται σταθερά και  μέρα με τη μέρα γίνεται αφόριτη. Οι φόροι αυξάνονται, οι έκτακτες εισφορές σκάνε στην πόρτα μου και οι μέρες μου κοστίζουν ακριβά.

Άρχισα να τρώγομαι με τα ρούχα μου. Να δουλεύω υπερωρίες, με λιγοστό ύπνο, και τα νεύρα μου μονίμως τεντωμένα. Κάποια στιγμή και γω, αγανάκτησα. Βγήκα έξω στις πλατείες και άρχισα να ουρλιάζω για τα δικαιώματά μου. Μια ευκαιρία να βρώ στις μέρες μου που θα με κάνει να πω «η στιγμή αυτή άξιζε τον κόπο».

Ο πρωθυπουργός βγαίνει συχνά στα κανάλια και καθυσηχάζει.

Μια μέρα ξύπνησα και είπα μέσα μου «ΩΣ ΕΔΩ!». Κρυφά, μπήκα και έκλεισα εισιτήριο για όποια χώρα μου ερχότανε εκείνη την στιγμή. Ευτυχώς, πέτυχα την Γερμανία. Καιρό ήθελα να δω την Γερμανία. Η ομορφιά του τόπου, η αρχιτεκτονική και οι τέχνες. Όλα αυτά σε μία χώρα τρομερά δημιουργική και αυστηρή στην έννοια του έργου. Ένοιωθα ένα δέος και τόσο μικρός απέναντί της. Δυσκολευόμουα να πιστέψω ότι πληρώ τις ικανότητες που χρειάζεται.

Όμως με βρίσκει ο Πρωθυπουργός στο τηλέφωνο. Με ρωτάει που είμαι και του απαντάω ευθαρσώς:

-«Φεύγω, δεν ξαναγυρνώ πίσω»

-«Πρέπει να γυρίσεις πίσω. Η χώρα είναι στα πρόθυρα χρεοκωπίας! Ο προϋπολογισμός είναι ελλειματικός, η ανεργία καλπάζει στα ύψη, η Ευρώπη  μας εγκαταλείπει! Ο Τρος Καν μου ζητάει κι άλλες περικοπές»

-«Βαρέθηκα όλες αυτές τις δικαιολογίες για να σε λυπηθούμε. Έχω στερέψει από δυνάμεις, παρηγοριά και χρήματα!»

-«Τώρα! Έχω τα κανάλια δίπλα μου και θα τους ανακοινώσω ότι χρεωκοπούμε! Τώρα η χώρα θα καταρρεύσει. Γύρνα πίσω αλλιώς καταρρέουν όλα»

– «ΣΕ ΜΙΣΩΩΩΩΩΩΩ! ΣΕ ΜΙΣΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ»

-Τώρα, θα τελειώσουν όλα…

Έκανα στροφή 180 μοίρες και με μαύρη καρδιά, κλείνω εισιτήρια πίσω για την Ελλάδα. Δεν πρόλαβα να δω την Γερμανία, διότι τώρα πρέπει για άλλη μία φορά να φανώ μεγαλύψυχος, φιλότιμος και να βοηθήσω την χώρα που καταρρέει. Γυρνώ πίσω σα προδότης, που ξέφυγα από την δεινή κατάστασή της.

-«Όλα θα αλλάξουν. Θα πάρουμε δάνεια, θα εκτελέσουμε κοινωνικό έργο. Θα ενωθούμε με την Ευρώπη. Γύρνα πίσω και όλα θα φτιάξουν. Η υπομονή σου θα ανταμειφθεί. Δεν θα σου ζητήσω κι’  άλλες περικοπές»

Και στο τέλος πάντα, πρέπει να τιμάς την πατρίδα σου σαν μαλάκας, έτσι δεν είναι; ΣΑΝ; Εφόσον ΞΕΡΕΙΣ ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει και όλες οι υποσχέσεις μένουν στα λόγια.

Και ΕΔΩ οι άτυποι κοινωνικοί κανόνες, δήθεν ηθικοί, χτυπάνε το κεφάλι τους στο τοίχο. Νομίζεις! Το κεφάλι σου εσύ το χτυπάς στο αδιέξοδο και ο πειθαναγκασμός σου σε χλευάζει.